αὐτός

αὐτός
Grammatical information: pron.
Meaning: `self' (Il.), in the obl. cases also as anaphorical pronoun of the 3rd person; () αὐτός `the same'
Compounds: Very many compounds; cf. Sommer Nominalkomp. 83ff., 153ff. S. DELG. - S. κασίγνητος; αὐτόδιον, αὐτόματος.
Derivatives: αὐτόθι etc.; αυτίκα s.v. - αὑτῑτης (sc. οἶνος) `local wine(?)', s. Redard, Les noms grecs en -της 96, also `all alone' (Arist., hapax); - αὔτως Adv. (with opposit. accent. Schwyzer 384) `in this very manner, just so, in vain etc.'. - αὔσιος `idle, in vain' (Ibykos).
Origin: IE [Indo-European] [73]? *h₂eu `on the other hand; he there'?
Etymology: Not quite certain. S. Schwyzer 613f. and Risch, Wortbild. 312 (from αὖ τόν).On Goth. auÞs, auÞeis, NHG. öde etc. Mezger, KZ 82 (1968) 288ff.
Page in Frisk: 1,191-192

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αὑτός — αὐτός , αὐτός self masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αὐτός — self masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αυτός — ή, ό (AM αὐτός, ή, ό) (μσν.νεοελλ. και αὖτός, αὐτόνος, αὐτοῡνος, αὐτεῑνος, ἀτός) (αντων.) Ι. Αντιδιασταλτική, Οριστική (μερικές φορές με το άρθρο ή με το έναρθρο ο ίδιος πρβλ. «αυτός φταίει», «θα βρω αυτή την ίδια», «ὅλοι ἐπαρεδόθησαν κι ὁ… …   Dictionary of Greek

  • αυτός — ή, ό 1. προσωπική αντωνυμία του γ προσώπου: Εγώ μιλούσα κι αυτός χάζευε. 2. αντωνυμία δεικτική: Σ αυτό το δρόμο κάθομαι …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αυτός — [афтос] αντ. κροσ. он …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αὐτόσ' — αὐτόσε , αὐτόσε thither indeclform (adverb) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αὐτὸς ἔφα. — αὐτὸς ἔφα. См. Сам сказал …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Αυτός έφα —         (autos epha) (греч.) сам (учитель) сказал. По преданию, пифагорейцы о своём учителе, подчёркивая непререкаемость его слов. Философский энциклопедический словарь. М.: Советская энциклопедия. Гл. редакция: Л. Ф. Ильичёв, П. Н. Федосеев, С.… …   Философская энциклопедия

  • Αὐτός τι νῦν δρῶν, εἶτα τοὺς θεοὺς κάλει. — См. На Бога надейся, а сам не плошай …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ὅταν σπεύδη τις αὐτός, ῶ θεὸς συνάπτεται. — ὅταν σπεύδη τις αὐτός, ῶ θεὸς συνάπτεται. См. Смелым Бог владает …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Οὐδεὶς δ’ἀνθρώπων αὐτὸς ἅπαντα σοφός. — См. Всезнанья Бог человеку не дал …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.